stat

Απών

Όταν χάνεις
μαθαίνεις να χάνεις
Μετά παιδεύεις το βλέμμα μιας γάτας
που τρίβεται στα μπατζάκια του νου
Ρουφάς μουσκίδια αλλαγές
Σφάζεις θυμούς στο πόδι
κουτουλώντας
πάνω σε μουνιά και τσίπουρα απουσίες
Ρωτιέσαι
γιατί τα παπάκια στη σειρά απλά υπάρχουν
Ρωτιέσαι
τι ζωτική σύνταξη θα πάρεις πριν τη τσάρκα τους
Μοστράρεις ένα εκκρεμές λούτρινο αρκούδι
στο σακίδιο της πλάτης σου
σαν αξύριστη γιαπωνέζα
Λευτερώνεις το εγώ που δεν γάμησες χωρίς καπέλο
Σ' εμπορικό οίστρο οι εαυτοί είναι μέτριοι
Δέκα φορές μέτριοι επιστρέφουν μετά θάνατον
Ρωτιέσαι
τι πεθαίνει στα 18 και το θάβουν στα 80
συχνάζοντας σε φουγάρα εργοστασίων
που μάτωσαν μύτη γης ξερνώντας φράγκα
Παιδεύεις πρωινά
ωσάν ακτιβιστής πρωινής λεκάνης
με σηκωμένα χέρια
κατεβασμένα βρακιά
σε ύψιστης φυλακής σιδερένια ρέστα
σπρώχνοντας τα σκατά μ' ασημί βουρτσάκι
Μετά σκουπίζοντας ναυτίες παραμιλάς
"Πονάει η βρώμα"
Αναπολείς ρόδες αυτοκινήτων
αχανές γης ράφι
πολτοποιημένες ακροστιχίδες ανθρώπων σε fast forward
Μα ποτέ δε ρωτιέσαι
Αν ζεις
σε πυραμίδα
αναπηρικό αμαξίδιο μόχθου
δίπλα
σε 4 επί 4 βουλιάγματα
Δε γούσταρες ποτέ το νεόνυμφο "έτσι κι αλλιώς"
την παρία του παραλογισμού
κι ότι  γονατάει σε Νέες Υόρκες
φυλακισμένες από ρουφηξιά τσιγάρου
από τζάμπα επικλήσεις σε συνεννοημένους θεούς
Πίνεις γυροβολιές
αμάσητες απ' ασιτία ημερών
Παιδεύεις ακόμα ευτυχώς
μουνιά
τσίπουρα
κι αυτό
που σφάζει στο πόδι ακατανόητους θυμούς
Γιατί πονάει η βρώμα
να γράφεις για αυτό
που πεθαίνει 18 και θάβεται 80