stat

Κaj




















Βαρέθηκα τις ψαγμένες χούντες
Κι αφού δεν μπορώ να σταματήσω την βροχή
με  παρανοϊκές μπουνιές και λόγια παχιά
θα κάτσω ξανά πίσω στο μαρμαράκι του μαγαζιού
να με χτυπά ο ήλιος
Αφήνοντας τον
να τσιμπά με ουσία λεπτή τα αιμοφόρα του πρωκτού
χωρίς κωλόχαρτο φόβο
Μετά θα πετάξω ένα τσιγάρο μες την θράκα
να καείς αδιαφορώντας
για χάρη " του ότι αρπάξει ο κώλος τους"
Μπροστά σ΄αιώνες τηλεμετών
Και
μεταξύ δικαιολογίας και δικαίου
το ίχνος θ΄αφήσω να τρώει
Να καίει σαν φιτίλι βαρετό
βρεγμένο με φράγκα σε πορνεία αντιθανάτου
πικρά φτυσμένο σε γέννας τρύπα
που μας έπνιξε με μαύρο γάλα για της στιγμής το κλικ
και ξεσκαρτάρει το σώμα  με το παλιό
Μετά
Θα βρωμάνε όλα ανθρωπίλα
σε φτωχό εκκλησίας κατευόδιο
λες και μοιάζει να βρίζω μ΄ενοχές και λέξεις
Ευχέλαια θανάτου δειλών θα βρωμάνε
σε μπακάλικη παζαροχώρα κράχτη Ομήρου
Και
Αυτό που ξεπλύθηκε στη κρυψώνα της φυγής
δεν με ξεβρόμισε
Δεν ήταν έρημο άπλυτο ποίημα σεντόνι μας
Είναι η χλοερή αλήθεια δυο ανοιχτών ποδιών
που κάηκαν για έφεδρης μάνας λάδι
μέσα σε φέρετρο πλούτο ορδών άρρεν μαλάκα
Και
Θέλει τσαμπουκά η βοσκή
από μικρή
να γίνει γιασεμί μου
σε χώμα στενάχωρης γλάστρας
με κάθε τρόπο κόπο φριχτό
Και
Γίναμε στον ίδιο εφιάλτη κόσμο
οι κατ΄ ουσίαν βόθροι
με σπέσιαλ περπατούρες δώρα
φυλαγμένα μέσα σε τουλίπες
εστιάζοντας κωλάντερα
στο ράμφος ροζ ερωτόκριτα πτηνών 
πουλώντας  φθηνή κυτταρίνη
και κορδέλες απόψεις τρία μπακίρια το μέτρο μας
Και
Εσύ γιατρέ σάλτα απ΄το μυαλό μου
μέχρι να συνταξιοδοτήσεις  τον τρόπο
Μη μας σταματάς
Κόψε ομφάλιους λόγους να νιώθουμε ανάπηρα τιμωροί μας
Και
Με ψαλίδια το μαύρο αίμα που περισσεύει κόψε
να γουστάρεις  στα δύο πόδια να πατήσεις
Ράψε πάνω μου
απομυθοποιημένα τελάρα
κι αποχές  ερημιάς βουβών λεωφορείων
Και
Είμαστε το ηλίθιο παράδειγμα
που ζωγράφισε τις πρησμένες ελπίδες του μετά
μες τα τελευταία μας
γλιστρώντας ευθεία σε μουσαμπά
που σκεπάζει καρούτες φορτωμένες με θεό ασβέστη
Και
Τα παράξενα θα συμβαίνουν στο σκοτάδι μου
και το φως
να γελάει γερά ξέρει
καθώς  κουνάει  την κάτω γνάθο βιδώνοντας
μ΄ ότι σούφρωσε  χειλάκια στη φώτο
κι ότι χτύπησε τον σουβά σε κελιά ντουβάρια
Και
Λαξευμένα τικ σε διάλεξη να γελάνε ξέρουν
μ΄ άπεπτους  κονσομανσιονίστες
και Δαναΐδες αρχόντισσες
που με τα κτήματα τους
γίνηκαν οι  ματωμένες ηδονίστρες τρύπες
και κατευνασμός σε καρναβάλι φόβου
Και
Μισό κι απέθαντο το μισό
Και
Υπάρχει το σημείο που με απάτησε
με νυχτοκάματα  παράδων
Και
Ψοφίμια σάπισαν
μες το βρακί της σκοτωμένης εικόνας
Και
Κάπου εκεί το είδα
Ανάμεσα
Και
Πήδα τη ζωή  μια  μέρα
Και
Γίνε  αίμα σε σακούλα 
Και
Το βράδυ ανάμεσα μας
ξέρει
να ταγκίζει τη βρώμα του
μέσα στις  φλέβες  των εαυτών της
Και
Εντάξει
Φύγε τώρα
Δε  γουστάρω άλλα βαριά μεταλλικά σκατά στο αίμα μου
Το αθαύματο μουνί της
μου έδωσε την πιο αγνή διορία