stat

000 188
















Τα γυμνά σώματα γύρεψαν το πιστευτό γνέψιμο
που ζει σε μίζερο φως κι αποδημά σε λεχρίτικα σκοτάδια
Κουβαλιέται μες το ζεμπίλι του φασίστα ξυλοπόδαρου πειρατή
και το σκοτάδι του λογισμού  των τρελών
Μέχρι που΄γινε  της μιας σπιθαμής ασβεστωμένος μαντρότοιχος
Της απεραντοσύνης το τεράτωμα φώναξε
- Γκρεμίστε τον ! -
Κι αυτά λιώνανε ασβέστη σε πελώριες καρούτες
για να ομορφύνουν το λευκό του
Βολετά χρόνια μετά χωρίς σπασμένη κλείδα στη ζώσα απόμειναν
στυφές χαρακιές λευτεριάς σε τυχαίες φυλακές
αν όμβρια  χείλη φιλημένα από αρρώστιες
κι ένας εφόρου λόξιγκας που το κεφαλοπάνι τον ονόμασε φόβο
Τώρα λίγη χαρμονή που περίσσεψε κι αυτή πετάχτηκε αξόδευτη
δίπλα σε μισοτελειωμένες γόπες τσιγάρων που βιάζονται να καούν μοναχές
Ο χρόνος πέρασε τις εξετάσεις της αιωνιότητας
όσο τίποτε ακόμα δεν άλλαξε στα σφουγγάρια συκώτια του 
Μόνο κάτι παλιές φωτογραφίες μείναν που τράβηξαν τα μάτια
Στα κόκκινα σημάδια από ξεπαστρικές χλωρίνες σκέψεις
πάνω σε γροθιές που φόρεσαν φθηνά γάντια πάθημα
Το καλό της μιας στιγμής ηδονής είναι ο ψίθυρος μιας γλαύκας σκιάς
πίσω απ΄την πόρτα του μπαμπούλα των γονιών
Τότε που έπρεπε να χαθούν για πάντα από μέσα οι αιτίες
κι οι απλοχέρηδες φόβοι για να γίνουν η σβήστρα μιας παχιάς καμπύλης
που έμοιαζε με κώλο κι οι άπιστοι φοβισμένοι εχθροί
τα σημάδια στο κουφάρι που ξέρει να σβήνει θανάτους
Κι ο νους
Ο απαθής τουρίστας μιας νέας αόρατης ζωής
Το κακό της απέριττης σκλαβιάς των δυστυχισμένων αγαθών
ήταν πάθημα χνώτο βρωμερό
μάθημα χωρίς την βοήθεια υστεροκάπηλου γκουρού μεσσία
Τώρα λέμε ... Δεν φταίξανε τ΄ αξιοθαύμαστα κορμιά μηχανές
μήτε οι τρομαγμένες ανήξερες προσπάθειες που μύριζαν πορτοκαλί κάτουρο
σε παραδείσιες τουαλέτες πρακτορείου λεωφορείων
Τώρα
Πρέπει να πεθάνουν χιλιάδες φορές αυτά
Αυτά που δεν αξίζανε ξανά και ξανά μέσα στη μούργα του τομαριού
Αυτά που ξυπνούν και φονεύουν αργά
μες την πρωινή αναφορά των φρεσκοπλυμένων βλεφάρων
Βορά στον διοικητή σκοπό μιας οποιασδήποτε ζωής
Μιας ζωής κι όχι μέρας
Το " ευ"  ήταν μια πορφυρή καραμέλα μέσα σε Σουμέριο τάφο
Το " ειμί "  ήταν να ζήσει για λίγο ακόμα μα σάρωσε τα βραβεία του μπλε πλανήτη
Αυτά κι αυτό
Το πένθιμο μυαλό στα πίσω χρόνια θέλει να πεθάνει
Μα ο θεραπευτής έρωτας κι αθάνατος προστάτης λατρεύουν τα ανίκητα άθλια
Αρκεί που τόσο κουρασμένα έχουν ντοπάρει την υποκρισία του πολέμου
ακόμα κι αν δεν συστήθηκε κανείς στους δύο εαυτούς 
Τα ντυμένα σώματα δεν αντέχουν πέρα από όσα θέλει το πεπρωμένο τους
Κι ότι πήγε να σβήσει με την παλιά λευκή κιμωλία στον ψυχοπλάνο μαυροπίνακα του
τα γκρέμισε και τα έχτισε ξανά σαν γεφύρι η γύμνια
Και δόξα το σύμπαν όλα γίνηκαν υποκατάστατα χαμένος κόπος αγκαλιάς
εξερεύνηση στο νόημα ενός κόσμου λίπασμα κι ότι διδάσκει αυτός
Αυτός ο άπειρα μικρός με το ανήξερο πάθος  στα υγρά της μωρής σκέψης
Που κολυμπά προς την αιωνιότητα δίπλα στο σπέρμα του θανάτου
και το ξύδι του αλλότροπου εαυτού
  - Αφέσου! -
Του είπε πολλές φορές η καταιγίδα του
Σπασμένα  σκαλοπάτια μουδιασμένα πόδια
Δεν ειμί κάτι άλλο
Παρά μόνο κάτι .... έλεγε
Κάτι που σιχτιρίζει από αδιέξοδο και ζητά κάτι να σκαντζάρει
για να χαθεί μια εμμονή ζωή
Να σταματήσουν του βουητά στ' αυτιά
Ξανά και ξανά προτροπή
Ξανά και ξανά σκαμμένες σκέψεις για ζεστό κάρβουνο
Όπως κι αν βιώνεται πρέπει να σταματήσουν τα αστεία με την ύλη
Κι η ψυχή μόνη της ν' ανακαλύψει το τυχαίο το ημερόβιο
όσο ακόμα ένα νέο μουχαμπέτι
φανερώνεται στ' ακροδάχτυλα των ποδιών το πρωί στον δρόμο
Και κάτι θέλει να προσφέρει  την ηδονή ενός νέου ψυχοσωματικού τρόπου άφεσης
Μέσα βαθιά
Εκεί που ψωριάζουν ίσα με τον λαιμό οι φόβοι και πνίγουν χρόνο αβέβαιο
Μελλοθάνατο
Μετ' αθάνατο
Όχι λόγιες χημείες μα... λάθος είναι
Όσο ο αέρας δεν φτάνει κι άφεση είναι το τρελό γιατρικό της Χαριτίνης
Φορεσιά το μεγαλύτερο όργανο
Τα καλά ρούχα των ανθρώπων
Δέρμα
Για να δει
Να καταλάβει
Να νιώσει πως τα  λαγούμια χρόνια της χοάνης είναι ένας φτωχός χαμάλης
που ψήνει το πτώμα του για να το φάνε  κοράκια μιας ευγενούς βιαστικής επίγνωσης
" Τα υπόλοιπα πρέπει να χαθούν "
έλεγε ο αβρός φιλόσοφος των ανθρώπινων ορίων του μυαλού
Είναι αγώνας με το θετικό μηδέν των κατασκευασμένων αναγκών
Του τυχαίου  σκοταδιού και της ατάκας " χτίσε το πεπρωμένο σου "
Όχι
Όλα είναι πεπερασμένα κι η φύση αιώνια
Έγιναν άνθρωποι της μάταιης αθανασίας μας οι στιγμές που δεν θα βιωθούν
Μέρες μήνες χρόνια σάτυροι με μεγάλους ντροπαλούς νευρώνες
έκλεβαν  κάπνιζαν  θώπευαν
κι έχουν το πρόσωπο  του ενός πατριού θεού
Πάντα άξιζε η εφήμερη παρηγοριά
Πρόβα αθανασίας μ έναν έρωτα σιρόπι στον πνιγμένο λαιμό των σωμάτων
Η γυναίκα ήταν το δίχηλο της σφεντόνας του σωληνωμένου τέλους
που δεν αφηγήθηκε κανείς ντροπαλός αυτιστικός σωτήρας
Κάποτε μαθαίνετε
Εξηγείται σαν χάδι πάνω σε σάρκα δεινόσαυρη νεκρά σάρκα
που κάνει πιάτσα σε πλατείες αθάνατα για ηδονές
σε Σαββατιάτικους αλμυρούς ιδρωμένους καπνούς κουρασμένων επηρμένων μουσικών ταξιδιών
Πρέπει να στερέψει η πρόθεση που δεν εξηγείται
Το ρίσκο της ασυνείδητης απόδειξης
Όσο ξεχνάει η σκιά πως η ζωή είναι το ομορφότερο φως
ανάμεσα στα δυο πλουσιότερα σκοτάδια της αντίληψης
Κι όσο πουλιούνται ακόμα δυστυχισμένα γιαούρτια σε παιδιά με τις ευλογίες του λαού
Κι όσο κάποιοι μετράνε νύχτες στις φυλακές των δωματίων τους
θα παίζεται ακόμα μια δειλή και δυνατή παρτίδα πολέμου στο κέντρο του στήθους
Κάποτε όλα θα λιάζονται στο καυτό μαντέμι του μυαλού
και το λαμπερό μαχαίρι της κουζίνας
Ο φανταστικός  φίλος θα αυτοκτονήσει
Τότε το ξύλινο θρανίο με τις ξεραμένες μύξες κάτω του θα καεί στον φρέσκο αέρα
Άνοια  και  ωδικά πτηνά θα φτιάξουν φωλιά γύρω απ΄τους λοβούς 
Γιατρειά σε κάθε αρρωστημένη δοκιμασία
του φρακαρισμένου κιμά στην κρεατομηχανή του μυαλού
Αντέχεται η ανακατωσούρα στα ξέμπαρκα υγρά μιας αλλοδαπής σκέψης
που θέριεψε στα χρόνια
Το σύμπτωμα δεν ήρθε τυχαία πριν μαθητεύσει στην ακινησία μα δεν σάλεψε το χτίσμα
Μόνο έτρεξε να ταπεινώσει τα ηλιοβασιλέματα
και τις λιωμένες σοκολάτες μέσα σε κρυψώνες ηδονής που μύριζαν κάτουρο
γράφοντας άθλια στιχάκια σε γυναίκες για το κενό του ασύστατου
με γραφίδα το τεράστιο πέος του ανίκητου πόνου
μπας και ξεγλιστρήσει από την κατάρα του θηλασμού που δεν έζησε
Το αίτιο είναι αίτιο
" του θανάτου "
Αυτό που τορνεύει στα σκοτάδια έχει ρίζες εκεί που ξοδεύονται οι φόβοι κάθε μέρα
Πρέπει να καεί για λίγη έως ανύπαρκτη προσπάθεια άφεσης με σκέψεις διάρροιες
σ΄αυτόν τον βωμό πάνω
Εκεί που  ξεπληρώνει ο άνθρωπος
το ανίκητο του σκότους των δαιμόνων του αγίου όρους της ανηφόρας του
και το αργόσυρτο των θανατοποινιτών της τεμπέλικης άρνησης
Ότι μαθαίνετε συλλαβιστά δεν μπορεί να κυλά μέσα σε χάρτινες φλέβες
και να ΄χει αίμα από μελάνι
Όσο κάτι απλοϊκά γράφει πάνω στο νερό φοβισμένα στιχάκια
για πατεράδες κι  αφορισμούς για μητέρες και  στωικές λύσεις
Η πιο μεγάλη τελευταία συγνώμη είναι ο πρώτος σιχαμερός στίχος
και το στυλό το αιχμηρό αντικείμενο της ανυπαρξίας
να φύγει δειλά η ζωή απ΄εδώ κάτω άδεια και τιποτένια
σαν ευτελές δωράκι μέσα σε  σακούλα από γαριδάκια
 - Αφέσου! - 
Μερικά περικυκλωμένα σκουπίδια μένουν πάντα στο τέλος
Σιγά σιγά κανείς τα  ξεφορτώνεται θυμούμενος πριν χρόνια
πως χόρεψαν ζεμπεκιά την παραμονή της σκλαβιάς του
Τα καλικατζάρια γελώντας και υποτιμώντας τον νοίκιασαν το ρετιρέ του σώματος του
χωρίς να ξέρουν ότι οι άγιοι έγιναν κεφαλάρι των δειλών στα στερνά του δρόμου όσων άντεξαν
Ξεχάσαν το μεγάλο φαγοπότι με την ανεκτίμητη δυστυχία ένα τυχαίο βράδυ
που κράτησε χρόνια
Με τσίπουρο κι ευαίσθητες σαν δέρμα μωρού  κουβέντες