stat

Λυπημένα οικόπεδα




















Όλα ξεκινούν με μουσική
Και με μια εικόνα που δεν είναι κατοχυρωμένη μ' ευρεσιτεχνία κι ευφυΐα
καταλήγουν στον οίκτο των αλμυρών δακρύων που χαρακώνουν πρόσωπα άσχημα
στη κοινή θέα της αρχαίας τραγωδίας τους
Λυπάμαι
Μ' αρέσει να λυπάμαι
Το χόμπι μου είναι να λυπάμαι πνιγμένος στο βουβό κατώφλι της αυτολύπησης
Πότε θ' αγαπήσεις τα κατάστιχα των εφιαλτικών σου παραδείσων
Πότε θα τρελαθείς χωρίς τον φόβο της τρέλας
Πότε θα πάψεις ν΄αυνανίζεσαι πάνω στο σώμα σου κοιτώντας τις ατέλειές του
Πότε θ΄αγαπηθείς ανούσια για άλλη μια φορά από τον εξώκοσμο
που σε παραλύει εμπνευσμένα για να μην είσαι ο "εσύ"
Πότε ανακαλύφθηκε η λέξη χαρά και ποιος την επινόησε ως ημίμετρο
αφού τίποτα δεν σε κερδίζει χωρίς να σε παραπλανά
Κάποια σώματα σώνονται γυμνά
Κάποια σώζουν ντυμένα
Και κάποια ψάχνουν το κουρέλι που θα βρομίσει την ψυχή τους
Η επιστήμη της βαθιάς ανάλυσης καταλαγιάζει στον πάτο τ΄ουρανού
για να κλείσει μάτι με νόημα στη σφιχτή θηλιά της φράσης
"ζω εις βάρος του εαυτού μου"
Τι αλλάζει κάθε μέρα
Τι ξεχνιέται κάθε νύχτα
Τι περιορίζει την αγάπη στο όλον
Ξανθιά επιτομή των ψυχικών μου μέτρων και σταθμών
είμαι ένα τεράστιο λάθος μέσα στο δικό σου χάος
κι αν θα παραμείνω εκεί φοβισμένος να κρυώνω από έλλειψη
είναι γιατί μου λείπει ο εαυτός μου
Χτυπάω πόρτες με τις γροθιές
ματώνω τα χέρια για να μπω ξανά στο ακατοίκητο σπίτι με τα χαρτονομίσματα
που πια δεν έχουν καμιά αξία
όπως τότε θυμάσαι... που μια φωνή σου απάντησε ..."χαρτιά"
Κλέφτες κι αστυνόμοι σε μια γειτονιά που βρέχει απλότητα
εύρος πλούτου ακέραστου για τον κενόδοξο μαχητή με το ξύλινο σπαθί
και την μαρμαρένια ψυχή
Αν πεθάνει το σώμα 
Αν πεθάνει ο δυαδισμός
Να πεθάνουν βαθιά στον ωκεανό δίπλα στα κοράλλια και τα φύκια
μέσα στην ομορφιά που δεν κατανοήσαμε δεν κερδίσαμε δεν θα κερδίσουμε
όσες καταδύσεις κι αν επιχειρήσουμε
Μείνε τώρα ακίνητος
Ένα κομμάτι τρόμου θα σου προσφέρω απ' την πίτα του κενού
Πρόσεχε μην δαγκώσεις με δύναμη αυτό που σου προσφέρω
Το νόμισμα έχει δύο όψεις και δεν χωνεύεται απ' τα εγκεφαλικά υγρά του πιλοτηρίου
Έρωτας διχασμένος
Κλεμμένος απ' τα τραύματα που μίλησες μαζί τους σε υπόγεια οικοδομών
σε ταράτσες σπιτιών και σε βορινές σκαλωσιές
Της μίλησες με την πιο χρωματιστή πρόζα φωνής όπως εκφωνείς ένα σποτάκι
για τον εγκλωβισμένο αδερφό σου....
Πια δεν χωράει καμιά αξία μέσα σ΄αυτό το κόστος του προλογισμένου ξεπουλήματος
Νομίζω πως ξέρεις τι θα πράξεις σ΄αυτό το κομμάτι της ζωής σου
Θα ψάχνεις υποκατάστατα χλωρίνης για να κάψεις τον οισοφάγο σου
Θα κρατάς τσεκούρι που δεν είναι ακονισμένο για να κόψεις τα δεσμά σου με την εικόνα
Θα τρέχεις με τους αναξιοπαθούντες σε μαραθώνιο που την απόσταση για τον τερματισμό
δεν θα την ξέρεις
Η αντιφάσεις ρυμουλκούν το σαπιοκάραβο σου αλλά το συρματόσχοινο δεν θα κοπεί ποτέ
και το δραματικό είναι πως το γνωρίζεις
Κάποια βράδια ξημερώματα ο ύπνος δεν ήταν απαραίτητος
Δεν ήθελες ν' ακολουθήσεις τα χνάρια του θανάτου σου τότε
αλλά ήταν όμορφα τώρα που το σκέφτεσαι
Κάποια βράδια του μιλούσες γονατιστός εκλιπαρώντας για ίαση κι ανταμοιβή
γιατί έκρινες πως την άξιζες
Αντιστάθηκες σε άσπρα ζεστά φτερά που θέλανε να σε βάλουν μέσα τους
έφτυσες κεραυνούς απ' το τρίτο σου μάτι άκουσες ψιθύρους ανθρώπινους λυγισμένους
σαν τα δέντρα ξεχαρβαλωμένους και το ήξερες
Οι ματιές ποτέ δεν συναντήθηκαν με την αδιαφορία της ανατριχίλας
και τον ελεύθερο πόθο να το πεις κι ας έχανες
Θα με ντυθώ λοιπόν και θα πάω να χορέψω χορούς που δεν έχουν εφευρεθεί ακόμα
με μουσική υπόκρουση τον όχλο στα πεζοδρόμια της αποξένωσης
Οι πληγές είναι περιφραγμένες σ΄ένα οικόπεδο εγκαταλελειμμένο
που συνεχίζουμε να πετάμε μπάζα μέσα του
Λυπάμαι
Εκστασιάζομαι σαν ασυνείδητος
Εγωπαθής
Αυτάρεσκος
Ματαιόδοξος ζωγράφος αιμοστατικών σκέψεων